Θεία Κοινωνία

ΘΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ

 

   «Και σαν έρθει η στιγμή της θείας Κοινωνίας και πρόκειται να πλησιάσεις την αγία Τράπεζα, πίστευε ακλόνητα πως εκεί είναι παρών ο Χριστός, ο Βασιλιάς των όλων.

   Όταν δεις τον Ιερέα να σου προσφέρει το σώμα και το αίμα του Κυρίου, μη νομίσεις ότι ο ιερέας το κάνει αυτό, αλλά πίστευε ότι το χέρι που απλώνεται είναι του Χριστού.

Αυτός που λάμπρυνε με την παρουσία Του την τράπεζα του Μυστικού Δείπνου, Αυτός και τώρα διακοσμεί την Τράπεζα της θείας Λειτουργίας. Παραβρίσκεται πραγματικά και εξετάζει του καθενός την προαίρεση και παρατηρεί ποιος πλησιάζει με ευλάβεια ταιριαστή στο άγιο Μυστήριο, ποιος με πονηρή συνείδηση, με σκέψεις βρωμερές και ακάθαρτες, με πράξεις μολυσμένες.

   Αναλογίσου, λοιπόν, κι εσύ ποιο ελάττωμά σου διόρθωσες, ποιαν αρετή κατόρθωσες, ποιαν αμαρτία έσβησες με την εξομολόγηση, σε τι έγινες καλύτερος. Αν η συνείδησή σου σε πληροφορεί ότι φρόντισες αρκετά για την επούλωση των ψυχικών σου τραυμάτων, αν έκανες κάτι περισσότερο από τη νηστεία, κοινώνησε με φόβο Θεού. Αλλιώς, μείνε μακριά από τα άχραντα Μυστήρια. Και όταν καθαριστείς απ' όλες τις αμαρτίες σου, τότε να πλησιάσεις.

  Να προσέρχεστε, λοιπόν, στη θεία Κοινωνία με φόβο και τρόμο, με συνείδηση καθαρή, με νηστεία και προσευχή. Χωρίς να θορυβείτε, χωρίς να ποδοπατάτε και να σπρώχνετε τους διπλανούς σας. Γιατί αυτό αποτελεί τη μεγαλύτερη τρέλα και τη χειρότερη περιφρόνηση των θείων Μυστηρίων.

Πες μου, άνθρωπε, γιατί κάνεις θόρυβο; Γιατί βιάζεσαι; Σε πιέζει τάχα η ανάγκη να κάνεις τις δουλειές σου; Και σου περνάει άραγε, την ώρα που πας να κοινωνήσεις, η σκέψη ότι έχεις δουλειές; Έχεις μήπως την αίσθηση ότι είσαι πάνω στη γη; Νομίζεις ότι βρίσκεσαι μαζί με ανθρώπους και όχι με τους χορούς των αγγέλων; Μα κάτι τέτοιο είναι δείγμα πέτρινης καρδιάς...»

 

                                Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου

 

 

   Μία Παράκληση...

 

   Παρακαλῶ, ὅσοι ἑτοιμάζεστε νὰ κοινωνήσετε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων, ἂς γνωρίζετε πὼς δὲν μπορεῖτε νὰ μεταλάβετε ἂν δὲν ἔχετε λάβει τὴν εὐλογία τοῦ πνευματικοῦ σας, δηλαδὴ τὴν ἄδειά του. Θὰ πρέπει νὰ ἔχετε ἐξομολογηθεῖ καὶ μόνον ἂν σᾶς ἔχει ἐπιτραπεῖ νὰ προσέλθετε. Δὲν ἀρκεῖ νὰ νηστέψατε· ἂν δὲν ἐξομολογηθήκατε ἢ ἂν δὲν ρωτήσατε τὸν πνευματικό σας προηγουμένως, τότε μὲ τὴν θ. Κοινωνία δὲ θὰ πάρετε εὐλογία, ἀλλὰ φωτιὰ ποὺ καίει τοὺς ἀναξίους.

   Ὁ Χριστός μας στὸ Μυστικὸ Δεῖπνο ποὺ εἶναι καὶ ἡ ἀρχὴ τοῦ Μυστηρίου τῆς Θ. Εὐχαριστίας, κάλεσε νὰ δειπνήσουν μαζί του τοὺς δώδεκα ἀποστόλους. Ὅλοι μετάλαβαν ἀπὸ τὸ Σῶμα καὶ τὸ Αἷμα Του.

Ἕνας ὅμως μόλις μετάλαβε, δαιμονίστηκε· ὁ Ἰούδας. Μόλις μετάλαβε πρόδωσε τὸν Κύριο στοὺς Ἑβραίους καὶ τὸν ὁδήγησε ἔτσι στὸν Σταυρικὸ θάνατο. Γιατί δαιμονίστηκε; Γιατί εἶχε ἀνεξομολόγητες ἁμαρτίες ποὺ τὶς κρατοῦσε μέσα του καὶ ἔτσι ἔδωσε δικαίωμα στὸν Διάβολο νὰ ἐπικρατήσει στὴν ψυχή του. Ἐνῶ οἱ ἕνδεκα μαθητὲς ἔλεγαν τοὺς λογισμοὺς καὶ τὶς πράξεις τους στὸν Κύριο, ὅπως ὁ Πέτρος, ποὺ ἐξομολογούμενος, ἄκουσε ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ τὸ «ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ», ὁ Ἰούδας τὰ ἔκρυβε. 

Νὰ προσέξουμε ἀδελφοί μου, μήπως καὶ ἐμεῖς ἔχουμε κρυμμένα πράγματα ποὺ δὲν τὰ ὁμολογήσαμε στὸν ἐξομολόγο μας, καὶ ἐρχόμαστε σὰν τὸν προδότη νὰ λάβουμε τὰ θεία Μυστήρια. Ἂς προσέξουμε νὰ μὴν πάθουμε τὰ ἴδια καὶ προδώσουμε καὶ μεῖς τὸν Χριστό. Ἀντὶ εὐλογίας μὴν τύχουμε βαρύτατης τιμωρίας.

   Ο Ἀπόστολος Παῦλος, σὲ μία ἐπιστολὴ του τονίζει μὲ πόνο ψυχῆς, πὼς πρέπει νὰ μὴν πλησιάζουμε τὸ Ἅγιο Ποτήριο δίχως προετοιμασία. Κρούει τὸν κώδωνα τοῦ κινδύνου λέγοντας πὼς βαριὲς ἀσθένειες καὶ ξαφνικοὶ θάνατοι προέρχονται ἀπὸ τὴν θεία Κοινωνία ὅταν ἀναξίως τὴν λαμβάνουμε.

   «Δοκιμαζέτω δὲ ἄνθρωπος ἑαυτόν, καὶ οὕτως ἐκ τοῦ ἄρτου ἐσθιέτω καὶ ἐκ τοῦ ποτηρίου πινέτω· ὁ γὰρ ἐσθίων καὶ πίνων ἀναξίως κρίμα ἐαυτῶ ἐσθίει καὶ πίνει, μὴ διακρίνων τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου. διὰ τοῦτο ἐν ὑμὶν πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ ἄρρωστοι καὶ κοιμῶνται ἱκανοί». 

Δηλαδή, ἂς ἐξετάζει κάθε ἄνθρωπος τὸν ἑαυτόν του μὲ πολλὴ προσοχή, καὶ ἔτσι προετοιμασμένος ἂς τρώγει ἀπὸ τὸν καθαγιασμένο ἄρτο καὶ ἀπὸ τὸ καθαγιασμένο ποτήριο. Διότι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος τρώγει καὶ πίνει ἀναξίως τὰ πάντιμα αὐτὰ δῶρα τρώγει καὶ πίνει κρίμα καὶ καταδίκη διὰ τὸν ἑαυτόν του, ἐπειδὴ δὲν κάνει καμία διάκριση τοῦ σώματος καὶ τοῦ αἵματος τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὰς συνήθεις, καὶ κοινὲς τροφὲς τοῦ σώματος. Ἀκριβῶς δέ, διότι ἀναξίως κοινωνεῖτε ἀπὸ τὰ τίμια δῶρα, ὑπάρχουν μεταξὺ σας πολλοὶ ἀσθενεῖς καὶ πολὺ βαριὰ ἄρρωστοι· ἀρκετοὶ δὲ καὶ πεθαίνουν.

 

(Πρωτ. π. Νικολάου Μανώλη)