Μνημόσυνο

ΠΕΡΙ ΜΝΗΜΟΣΥΝΩΝ

 

   Σύμφωνα πρὸς τὴν διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, μετὰ τὸν σωματικὸ θάνατο ἡ ψυχή, ποὺ συνεχίζει νὰ ζεῖ ἀποχωρισμένη πλέον ἀπὸ τὸ σῶμα, ἀνεβαίνει πρὸς τὰ ἐπάνω γιὰ νὰ συναντήσει τὸν Δημιουργό, συνοδευόμενη ἀπὸ τὸν φύλακα – ἄγγελό της, ἀπὸ τὸν ἄγγελο δηλαδὴ στὸν ὁποῖο ὁ Κύριος ἀνέθεσε (κατὰ τὸ μυστήριο τῆς βάπτισης) νὰ εἶναι προστάτης τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς τοῦ συγκεκριμένου ἀνθρώπου. Κατὰ τὴν ἄνοδο οἱ ψυχὲς περνοῦν ἀπὸ τὰ τελώνια, ὅπου ἐξετάζονται γιὰ κάθε ἁμαρτία ποὺ διέπραξαν ὅσο ζοῦσαν.                 

   Σὲ κάθε περίπτωση ἡ ψυχὴ θὰ βρεθεῖ σὲ μία μέση κατάσταση, ὅπου θὰ προγεύεται τὴν Κόλαση, ἢ τὸν Παράδεισο, ἀνάλογα μὲ τὸ ἀποτέλεσμα τῆς πρώτης (καὶ μερικῆς) κρίσης. Λέγεται ἔτσι ἡ κρίση αὐτὴ γιατί δὲν εἶναι ἡ τελική, ἡ ὁποία θὰ γίνει κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία, ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Χριστὸ καὶ ἡ ὁποία θὰ ὁδηγήσει στὸν Παράδεισο, ἢ τὴν κόλαση. Ἂν ἑξαιρέσουμε τὶς δύο ἀκραῖες περιπτώσεις, τῶν Ἁγίων καὶ τῶν ἀσεβῶν κακούργων, οἱ ὁποῖοι θὰ προγεύονται τὴ χαρὰ καὶ τὴν ὀδύνη ἀντίστοιχα, θὰ ὑπάρξουν καὶ πολλοὶ ἁμαρτωλοί, ποὺ μετανόησαν μέν, ὅσο ζοῦσαν, χωρὶς ὅμως νὰ καθαρισθοῦν τέλεια, οὔτε πρόλαβαν νὰ ὁδηγηθοῦν σὲ καλὲς πράξεις. Αὐτοί, δὲν μποροῦν νὰ εἰσέλθουν στὴν αἰώνιο ζωή, ἐξ αἰτίας τῶν ἁμαρτωλῶν τους κηλίδων καὶ ὁδεύουν πρὸς τὸν Ἅδη. Ἐκεῖ ὑπομένουν ποινὲς γιὰ τὰ ἁμαρτήματα ποὺ διέπραξαν. 

   Εἶναι ὅμως δυνατὸν νὰ τοὺς ἐλευθερώσει ὁ Θεός; Ὑπάρχει ἡ δυνατότητα μετὰ τὴν πρώτη κρίση νὰ ἀλλάξει τὴν (πνευματικὴ) κατάστασή της ἡ ψυχὴ καί, ἀντὶ νὰ προγεύεται τὴν ὀδύνη, νὰ αἰσθάνεται περισσότερη παρηγοριὰ καὶ ἀγαλλίαση;

  Βεβαίως καὶ εἶναι δυνατόν! Καὶ αὐτὸ θὰ μποροῦσε νὰ γίνει μέ: α) τὰ μνημόσυνα ποὺ τελοῦνται γιὰ τὸν κεκοιμημένο, β) τὰ τρισάγια ποὺ τελοῦνται γιὰ τὸν κεκοιμημένο, γ) τὴν μνημόνευση τοῦ ὀνόματός του κατὰ τὴν Προσκομιδή, δ) τὶς ἐλεημοσύνες καὶ ἄλλες ἀγαθοεργίες ποὺ κάνουν οἱ ζωντανοὶ συγγενεῖς (καὶ φίλοι) στὸ ὄνομα τοῦ κεκοιμημένου καί στ) τὶς προσευχὲς ποὺ κάνουν οἱ ζωντανοὶ συγγενεῖς (καὶ φίλοι) μνημονεύοντας τὸ ὄνομα τοῦ κεκοιμημένου.

   Τὸ σπουδαιότερο ἀπ’ ὅλα εἶναι τὸ μνημόσυνο, ὅταν βέβαια ἐμπεριέχεται ἐντός της ἀναίμακτης Θυσίας τοῦ Κυρίου (Θείας Λειτουργίας).

Ὁ Ὅσιος Γέροντας Παΐσιος εἶχε πεῖ ὅτι «μὲ τὸν (πνευματικὸ) ἀγώνα του, ἕνα ἄτομο, μπορεῖ νὰ ἀλλάξει τὴν κατάσταση τῆς ψυχῆς καὶ ἀπὸ τὸ μπουντρούμι, ὅπου ἦταν, νὰ τὴν βάλει στὸ σαλόνι!».

Θὰ πρέπει νὰ γνωρίζουμε ἐπίσης πὼς μὲ ὅλες τὶς παραπάνω ἐνέργειες, ἄσχετα μὲ τὸ ἂν θὰ «μετακομίσει» ἡ ψυχὴ καὶ ποῦ ἀκριβῶς θὰ πάει, αὐτὸ ποὺ σίγουρα ἰσχύει εἶναι ὅτι ἡ ψυχὴ ἀνακουφίζεται πάρα πολὺ τὴν ὥρα ποὺ γίνονται ὅλες αὐτὲς οἱ προσπάθειες. Ὁ Ὅσιος Γέροντας μάλιστα εἶχε πεῖ χαρακτηριστικά: «ὅταν ἀνάβουμε ἕνα κεράκι γιὰ κάποιον κεκοιμημένο, νιώθει τόση ἀνακούφιση, ὅση ἕνας διψασμένος ὅταν τοῦ προσφέρουμε ἕνα ποτήρι δροσερὸ νερό». 

 

Χρόνος τελέσεως Μνημοσύνων

  Ἡ διάκριση τῶν Μνημόσυνων σὲ «τρίτα», «ἔνατα» κτλ. εἶναι παλαιότατη καὶ ἀπαντᾶ στὶς Ἀποστολικὲς Διαταγές.

   Τὰ «τριήμερα» ποὺ κάνουμε μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ἀνθρώπου μας, τελοῦνται κατὰ τὸν τύπο τῆς Ἁγίας Τριάδας καὶ διὰ τὸν τριημέρως ἐγερθέντα Χριστό, τὸν ὁποῖο παρακαλοῦμε νὰ ἀναπαύσει τὸν κοιμηθέντα μετὰ δικαίων.

   Τὰ ἐννιάμερα μνημόσυνα τελοῦνται ἐπειδὴ στὶς ἐννέα ἡμέρες ἀρχίζει νὰ διαλύεται ὁ κοιμηθεὶς «εἰς τὰ ἐξ ὧν συνετέθη» καὶ παρακαλοῦμε τὸν Θεὸ νὰ τὸν συγκαταριθμήσει μὲ τὰ ἐννέα ἄυλα τάγματα τῶν Ἀγγέλων.

Τὰ σαραντάμερα ἢ τεσσαρακονθήμερα τελοῦνται ἐπειδὴ τὴν τεσσαρακοστὴ ἡμέρα λαμβάνεται ἡ ἀπόφαση γιὰ τὸν κοιμηθέντα καὶ ἀπέρχεται ὅπου κρίνει ὁ φιλάνθρωπος Θεὸς (ἐκ δεξιῶν ἢ ἐξ ἀριστερῶν), ἀνάλογα μὲ τὴ ζωή του.

Ἐκτὸς αὐτῶν τῶν μνημόσυνων κάνουμε τὰ τρίμηνα, ἑξάμηνα, ἐννιάμηνα καὶ τὰ ἐτήσια. Μποροῦμε ὅμως καὶ ὅποτε θέλουμε νὰ κάνουμε κόλλυβα, ὁποιαδήποτε ἡμέρα τῆς ἑβδομάδας, ἐφ’ ὅσον θέλουμε νὰ φροντίσουμε συχνότερα τὰ προσφιλῆ μας κεκοιμημένα πρόσωπα. «Τὸ καλύτερο ἀπὸ ὅλα τὰ μνημόσυνα ποὺ μποροῦμε νὰ κάνουμε γιὰ τοὺς κεκοιμημένους μας εἶναι ἡ προσεκτικὴ ζωή μας, γιὰ νὰ κόψουμε τὰ ἐλαττώματά μας… ἐκτὸς ἀπὸ τὴν δική μας ἀνακούφιση, ἔχει ὡς ἀποτέλεσμα καὶ τὴν ἀνακούφιση τῶν κεκοιμημένων προπάππων ὅλης της γενεᾶς μας» (Ὅσιος Γέροντας Παΐσιος).

  Εἶναι αὐτονόητο ὅτι ἡ Ἐκκλησία τελεῖ τὰ μνημόσυνα μόνο ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων ἐν πίστει. Ἑπομένως δὲν τελεῖ μνημόσυνα σὲ μὴ ὀρθόδοξους χριστιανούς, σὲ αἱρετικοὺς ἢ ἀφορισμένους.

 

Σάββατον, ἡμέρα κεκοιμημένων

   Μέσα στὴν ἰδιαίτερη μέριμνά της γιὰ τοὺς κεκοιμημένους ἡ ἁγία Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας ἔχει καθορίσει ξεχωριστὴ ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος γι’ αὐτούς.

   Ὅπως ἡ Κυριακὴ εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἕνα ἑβδομαδιαῖο Πάσχα, ἔτσι τὸ Σάββατο εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων, γιὰ νὰ τοὺς μνημονεύουμε καὶ νὰ ἔχουμε κοινωνία μαζί τους. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ μνημόσυνα τελοῦνται κανονικὰ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου, ποὺ εἶναι ἡμέρα τῶν κεκοιμημένων, ἐνῶ τὶς καθημερινὲς τελοῦνται τρισάγια. Τὶς Κυριακές, κανονικά, δὲν τελοῦνται μνημόσυνα ἐπειδὴ εἶναι ἡμέρα ἀναστάσεως.

Γιὰ ποιοὺς ὅμως λόγους, ἡ Ἐκκλησία ὁρίζει τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου; Ὁ Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης ἀναφέρει τρεῖς λόγους: Πρῶτον, ἐπειδὴ τὴν ἡμέρα τοῦ Σαββάτου ὁ Κύριος βρισκόταν μὲ τὴν ψυχὴ στὸν Ἅδη. Δεύτερον, ἐπειδή, οἱ ψυχὲς τῶν κεκοιμημένων κατέπαυσαν (σταμάτησαν) ἀπ' ὅλα τὰ βιοτικὰ πράγματα ἔτσι καὶ ἡ λέξη Σάββατο στὰ ἑλληνικὰ σημαίνει κατάπαυση (σταμάτημα).

 

Ψυχοσάββατα

   Σὲ ἐτήσια βάση ἡ Ἐκκλησία ἔχει καθορίσει δύο Σάββατα, τὰ ὁποῖα ἀφιερώνει στοὺς κεκοιμημένους της. Εἶναι τὰ μεγάλα Ψυχοσάββατα:

Τὸ πρῶτο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακή τῶν Ἀπόκρεω καὶ  τὸ δεύτερο πρὶν ἀπὸ τὴν Κυριακή της Πεντηκοστῆς. Τὸ πρῶτο Ψυχοσάββατο ἔχει τὸ ἑξῆς νόημα: Ἡ ἑπόμενη ἡμέρα εἶναι ἀφιερωμένη στὴ Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου, ἐκείνη τὴ φοβερὴ ἡμέρα κατὰ τὴν ὁποία ὅλοι θὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸ θρόνο τοῦ μεγάλου Κριτῆ. Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ μὲ τὸ Μνημόσυνο τῶν κεκοιμημένων ζητοῦμε ἀπὸ τὸν Κύριο νὰ γίνει ἴλεως καὶ νὰ δείξει τὴ συμπάθεια καὶ τὴ μακροθυμία του, ὄχι μόνο σὲ μᾶς ἀλλὰ καὶ στοὺς προαπελθόντας ἀδελφούς, καὶ ὅλους μαζὶ νὰ μᾶς κατατάξει μεταξὺ τῶν υἱῶν τῆς Ἐπουράνιας Βασιλείας Του.

  Μὲ τὸ δεύτερο Ψυχοσάββατο διατρανώνεται ἡ πίστη μας γιὰ τὴν καθολικότητα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ὁποίας τὴν ἵδρυση καὶ τὰ γενέθλια (ἐπὶ γῆς) γιορτάζουμε κατὰ τὴν Πεντηκοστή. Μέσα στὴ μία Ἐκκλησία περιλαμβάνεται ἡ στρατευομένη ἐδῶ στὴ γῆ καὶ ἡ θριαμβεύουσα στοὺς οὐρανούς.

  Κατὰ τὰ δύο μεγάλα Ψυχοσάββατα ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ σὲ μία παγκόσμια ἀνάμνηση «πάντων τῶν ἀπ’ αἰῶνος κοιμηθέντων εὐσεβῶς ἐπ’ ἐλπίδι ἀναστάσεως ζωῆς αἰωνίου» καὶ μνημονεύει ὅλους ἐκείνους ποὺ ὑπέστησαν «ἄωρον θάνατον», σὲ ξένη γῆ καὶ χώρα, σὲ στεριὰ καὶ σὲ θάλασσα, ἐκείνους ποὺ πέθαναν ἀπὸ λοιμικὴ ἀσθένεια, σὲ πολέμους, σὲ παγετούς, σὲ σεισμοὺς καὶ θεομηνίες, ὅσους κάηκαν ἢ χάθηκαν, ἐκείνους ποὺ ἦταν φτωχοὶ καὶ ἄποροι καὶ δὲν φρόντισε κανεὶς νὰ τοὺς τιμήσει μὲ τὶς ἀνάλογες Ἀκολουθίες καὶ τὰ Μνημόσυνα.

 

Τρισάγια

   «Τρισάγιος» λέγεται κατ’ ἀρχὴν ὁ ὕμνος τῆς Ἐκκλησίας ποὺ περιέχεται στὴν Ἁγία Γραφὴ καὶ ἐπιβεβαιώθηκε διὰ θαύματος καὶ ὁ ὁποῖος ἀναφέρεται στὸ ὄνομα τοῦ ἑνὸς καὶ Τριαδικοῦ Θεοῦ: «Ἅγιος ὁ Θεός, Ἅγιος Ἰσχυρός, Ἅγιος Ἀθάνατος, ἐλέησον ἡμᾶς». Τὸ Τρισάγιον, ξεκινᾶ πάντοτε μὲ τὸν ὕμνο αὐτὸ καὶ τελεῖται ἀπὸ ἕναν ἢ περισσότερους ἱερεῖς σὲ κεκοιμημένους ὀρθοδόξους σὲ συχνὰ (καὶ ὄχι τακτὰ) χρονικὰ διαστήματα (ἀμέσως λ.χ. μετὰ τὸν θάνατο καὶ ἐπὶ τοῦ τάφου). Κατὰ τὴν τέλεση τοῦ «Τρισαγίου» δὲν παρατίθενται «κόλλυβα».

  Ἐπειδή, λοιπόν, ὁ Θάνατος προσέβαλε τήν ὕπαρξη τοῦ ἀποθανόντος χριστιανοῦ, ἡ Ἐκκλησία προσεύχεται στόν Παντοδύναμο Τριαδικό Θεό νά διατηρήσει στήν ὕπαρξη τό ἄϋλο μέρος, τήν ψυχή τοῦ κεκοιμημένου καί νά τόν ἀξιώσει νά ἀναστηθεῖ κατά τήν κοινή ἀνάσταση μαζί μέ ἄφθαρτο καί ἀθάνατο σῶμα, «εἰς ζωήν αἰώνιον». Τρισάγια τελοῦνται καθ’ ὅλες τίς ἡμέρες τοῦ ἔτους.

 

Κόλλυβα

            «Κόλλυβο, λοιπόν, εἶναι βρασμένο σιτάρι, τὸ ὁποῖο σιτάρι εἶναι σύμβολο τοῦ ἀνθρώπινου σώματος, ἐπειδὴ τὸ ἀνθρώπινο σῶμα τρέφεται καὶ αὐξάνει μὲ τὸ σιτάρι. Γι' αὐτὸ ἄλλωστε καὶ ὁ Κύριος παρομοίασε τὸ θεουπόστατο Σῶμα Του μὲ τὸ σπυρὶ τοῦ σιταριοῦ. [...] καὶ ὁ μακάριος Παῦλος: «ἐκεῖνο ποὺ ἐσὺ σπέρνεις δὲν ζωογονεῖται, ἐὰν πρῶτα δὲν πεθάνει» καὶ τοῦτο, γιατί θάβεται στὴ γῆ τὸ νεκρὸ σῶμα καὶ σαπίζει, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει καὶ μὲ τὸ σπυρὶ τοῦ σιταριοῦ.

Ἀπ' αὐτή, λοιπόν, τὴν παρομοίωση πῆρε τὴν ἀφορμὴ ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ καὶ τελεῖ τὰ ἀποκαλούμενα κόλλυβα. [...] (Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου, «Ὁμολογία Πίστεως, δηλαδὴ Ἀπολογία δικαιότατη»).

 

Πανηγυρικὰ κόλλυβα

   Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὰ μνημόσυνα καὶ τὰ συνημμένα μὲ αὐτὰ κόλλυβα ὑπὲρ τῶν κεκοιμημένων, ὑπάρχουν καὶ τὰ πανηγυρικὰ κόλλυβα, ποὺ προσφέρονται στοὺς Ναοὺς πρὸς τιμὴν τῶν ἑορταζομένων μεγάλων συνήθως Ἁγίων. (Κόλλυβα ἁγίων δὲν προσφέρουμε γιὰ τὸν Χριστό, τοὺς Ἀρχαγγέλους καὶ τὸν Προφήτη Ἠλία). Εἶναι μία ἀρχιαότατη συνήθεια, ἡ ὁποία συνδέεται μὲ τὴν προσφορὰ τραπέζης καὶ κερασμάτων εἰς ἀνάμνησιν τῆς ἀθλήσεως τοῦ Μάρτυρα, μετὰ τὴν τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας ἐπὶ τῇ μνήμῃ του, πάνω στὸν τάφο του.